Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

ridelust


Τα μάτια δακρύζουν απ'τις ριπές του ανέμου, ο κόσμος γύρω απ τον αδιαπέραστο προσωπικό μου χώρο τρέχει κατά πάνω μου και με προσπερνά σαν τρένο που κοιτάζω διπλα απ τις ράγες.Μετακινώ από ένστικτο το κέντρο βάρους μου δεξιά κι αριστερά για ν'αποφύγω όσα ο δρόμος πετάει μπροστά μου για να με βγάλει εκτός ισορροπίας.το χαλί τραβιέται κάτω απ τα μαύρα δαχτυλίδια που αποτελούν τις προεκτάσεις των άκρων μου, κι εγώ απερίσπαστος βρίσκω το διάδρομό μου και αρμέγω το κέρατο του περίεργου αλόγου που βρισκεται ανάμεσα στους μηρούς μου. το ζώο τρέμει και γρυλίζει και βρυχάται και σκάβει με τις πίσω οπλές του την άσφαλτο, το στομάχι και το κεφάλι αντιδρούν στην απότομη γραμμική αλλαγή προσπαθώντας να μείνουν πίσω.

Κόκκοι σκόνης και σωματίδια από απροσδιόριστα και γνώριμα αρώματα βιάζονται και σπρώχνονται μεταξύ τους για το ποιό θα μπεί πρώτο στα ρουθούνια μου, με άλλες τόσες εικόνες να ακολουθούν ακριβώς από πίσω κι εγώ τις υποδέχομαι, είμαι εκτεθειμένος στα πάντα και ταυτόχρονα απόλυτα συγκεντρωμένος στην επόμενη στροφή. νιώθω τα χέρια μου αγκυλωμένα σαν δαγκάνες, και τους προσαγωγούς μου κολλημένους στο ντεπόζιτο, όλα γύρω είναι εναντίον μου και όλα σύμμαχοί μου. απόψε θα κοιμηθώ ήσυχα, χωρίς όνειρα, και θα ξυπνήσω καινούριος, αυτό είναι το μόνο σίγουρο

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Αθήνα (πρώτο μέρος)

Εκτός από τις πόλεις που δεν κοιμούνται ποτέ, υπάρχουν κι άλλες, που ποτέ δεν ξυπνάνε. Πόλεις σαν αυτές, μιμούνται τους κατοίκους τους και ακροβατούν μονίμως ανάμεσα. Ανάμεσα στην εγρήγορση και το χουζούρεμα, ανάμεσα στα όνειρα και στους απελπιστικά αντιονειρικούς τους εαυτούς.
Κλασσικό παράδειγμα τέτοιας πόλης η Αθήνα. Ευλογημένη και καταραμένη, φύσει και θέσει, να πορεύεται νυν και αεί “κάπου ανάμεσα”.
Ετερόκλητα πλήθη εποίκων, γηγενών και εξορισμένων την αφήνουν -όχι από επιλογή- να ζει ανάμεσά τους και να τους πάει κόντρα σε ότι αποφασίζουν να πετύχουν, αφού φυσικά η ίδια αρχικά τους είχε σπρώξει να το προσπαθήσουν, φουσκώνοντας τα μυαλά τους με τους παραμορφωτικούς καθρέφτες που είχε φροντίσει να εγκαταστήσει στις βιτρίνες των μαγαζιών της. Καθρέφτες φτιαγμένους ειδικά για να διαστρεβλώνουν εικόνες, συνειδήσεις και ψυχές αδιακρίτως.

Η Αθήνα λαγοκοιμάται, εγκλωβισμένη σ' ένα αιώνιο ξημέρωμα. Πάντα πίστευα ότι ο ήλιος που σιγά σιγά βγαίνει και τη φωτίζει χλωμά, όσο εκείνη χασμουριέται και τεντώνει νωχελικά τα άκρα της όπως την κοιτάζω από ψηλά, καθισμένος σ' ένα παγκάκι στο Λυκαβηττό, είναι η πιο αντιπροσωπευτική φωτογραφία της.
Αυτή είναι η ώρα της ημέρας που η εικόνα της Αθήνας από ψηλά ταυτίζεται για λίγες μόνο στιγμές με την πραγματική. Από το Λυκαβηττό η θέα είναι Δυτική. Στα πόδια του το Κολωνάκι, δίπλα τα Εξάρχεια, λίγο πιο μέσα η Κυψέλη, ο Άγιος Παντελεήμονας με τον φαρδύ πράσινο τρούλο σαν ιπτάμενο ούφο στο βάθος. Eκατομμύρια σπιτάκια και κτήρια με γραφεία, ίδια μεταξύ τους, στριμωγμένα, σκαρφαλώνουν το ένα πάνω στο άλλο όχι για να φτάσουν ουρανό αλλά για να καταφέρουν να πάρουν μια κλεφτή ανάσα. Βρίζονται και φωνάζουν σαν αυτοκίνητα που κορνάρουν χωρίς ελπίδα ν' ακουστούν, κολλημένα σ' ένα απέραντο μποτιλιάρισμα στην Εθνική.

Ο ήλιος βγαίνει από πίσω μου, δε φαίνεται, θ' αργήσει ακόμα να πέσει στην πόλη μ' όλη του την ισχύ και να τη χτυπήσει κατακέφαλα. Προς το παρόν, την τυλίγει μ' ένα γαλάζιο σεντόνι που είναι για τη λιακάδα ό,τι και η πάχνη για τη χιονοθύελλα. Τέτοιες στιγμές, όταν η σέπια της νύχτας πάει ν' αφήσει χώρο σε μια παλιομοδίτικη τεκνικόλορ μέρα, τα πρώτα σημάδια χρώματος που σηκώνουν το χέρι για να πούν μάθημα είναι οι τέντες των πολυκατοικιών. Ανάθεμα αν ήξερα γιατί, αλλά όλες οι τέντες της Αθήνας έχουν ένα από τρία χρώματα. Δεν υπάρχει τέντα, ούτε μια, που να μην είναι μπλέ, πορτοκαλί, ή πράσινη. Έτσι, σταδιακά, η άμορφη υπόλευκη μάζα που βλέπεις όσο η Αθήνα τρίβει τα μάτια της νυσταγμένη, αρχίζει να στολίζεται από μικρά ετερόφωτα πορτοκαλί πράσινα και μπλέ καθρεφτάκια, εκατομμύρια φωτορυθμικά που παλέυουν σε αντίξοες συνθήκες να χρωματίσουν το κάδρο, και να αποτύχουν παταγωδώς.

Είναι η ώρα που η πόλη ετοιμάζεται να ξυπνήσει, με το πρόσωπο μουτζουρωμένο απ το μακιγιάζ που δεν πρόλαβε να βγάλει. Τουλάχιστον έτσι δείχνει. Γιατί στην πραγματικότητα οι μόνοι που θα ξυπνήσουν είναι μερικοί μονάχα απ' όσους παρασιτούν στα σωθικά της και τρέχουν στους δρόμους της, όσο αυτή ξεφυσάει και δυσανασχετεί. Ανθρωπάκια που βιάζονται να φτάσουν κάπου, ξεχνώντας στη μέση της διαδρομής τόσο τον προορισμό όσο και την προέλευσή τους. Εργάτριες μέλισσες που αδιάκοπα μαζεύουν γύρη για να ξεχειμωνιάσουν, αδέσποτοι κηφήνες που λιάζουν τις κοιλιές τους ξαπλωμένοι σε πάρκα, πλατείες και καναπέδες, παιδιά ακίνητα υπνωτισμένα από παντοδύναμες οθόνες, φωνές, κόρνες, γαμωσταυρίδια και ιπτάμενα κωλοδάχτυλα που ψάχνουν οπή για να εισχωρήσουν με την παραμικρή αφορμή. Κι όλο αυτό δε σταματάει ποτέ. Δεν υποχωρεί απ το ίδιο του το βάρος, δεν κάνει διαλείμματα για τσιγάρο και καφέ, δεν κλείνει τα μάτια ούτε λεπτό.




συνεχίζεται...